Άλλη μια γυναίκα βρέθηκε αντιμέτωπη με την ακραία μορφή ενδοοικογενειακής βίας. Αυτή τη φορά δεν ήταν πίσω από τις κλειστές πόρτες αλλά εξελίσσονταν μπροστά στα μάτια ενός ολόκληρου κοινού στο ψηφιακό κόσμο.
Τι συμβαίνει όταν η ενδοοικογενειακή βία δεν περιορίζεται πλέον πίσω από την κλειστή πόρτα, αλλά μεταφέρεται δημόσια στο διαδίκτυο; Τι συμβαίνει όταν ο θύτης δεν αρκείται στο να ασκήσει σωματική βία και ψυχολογική βία αλλά επιδιώκει να διαπομπεύσει το θύμα του δημόσια; Και τελικά που ξεκινάει η ευθύνη της κοινωνίας, της Αστυνομίας και της γειτονιάς όταν γίνονται μάρτυρες τέτοιων περιστατικών;
Η χθεσινή υπόθεσης της γυναίκας στο Ωρωπό, όπου ο σύζυγο της την ξυλοκοπεί, την καταγράφει σε βίντεο και στη συνέχεια την εξευτελίζει δημοσιεύοντας το υλικό στο διαδίκτυο και καλώντας τους άλλους να το παρακολουθήσουν, μπροστά στα μάτια του ανήλικου γιου τους, μας αφήνει άφωνους και προκαλεί τον αποτροπιασμό μας. Πέρα από την οργή που δικαιολογημένα δημιουργεί ένα τέτοιο περιστατικό, οφείλουμε να δούμε τι πραγματικά κρύβεται πίσω από αυτό.
Σε αυτή την υπόθεση δεν μιλάμε μόνο για ενδοοικογενειακή βία. Μαζί με τη σωματική κακοποίηση εξελίσσεται ψυχολογική τρομοκράτηση, δημόσια ταπείνωση και ψηφιακή κακοποίηση.
Η ενδοοικογενειακή βία δεν ξεκινά συνήθως με ένα χτύπημα. Ξεκινά με τον έλεγχο, την υποτίμηση, την απομόνωση, τις απειλές, τη χειραγώγηση και τη σταδιακή διάβρωση της αυτοεκτίμησης του θύματος. Πολλές γυναίκες ζουν για χρόνια μέσα σε ένα περιβάλλον φόβου, ελπίζοντας ότι ο άνθρωπος που τις κακοποιεί θα αλλάξει. Συχνά πιστεύουν ότι το περιστατικό ήταν μεμονωμένο, ότι ο θύτης μετάνιωσε ή ότι η κατάσταση μπορεί να βελτιωθεί.
Δυστυχώς, η πραγματικότητα δείχνει ότι η βία συνήθως κλιμακώνεται. Όσο ο θύτης δεν αντιμετωπίζει κάποιες συνέπειες, τόσο ενισχύεται η αίσθηση δύναμης και ελέγχου που αισθάνεται.
Σε αυτό το περιστατικό, όμως υπάρχει και ένα επιπλέον στοιχείο που μας σοκάρει. Ο ξυλοδαρμός δεν έμεινε μέσα στο σπίτι. Καταγράφηκε και δημοσιοποιήθηκε στο διαδίκτυο με σκοπό να γελοιοποιήσει και να εξευτελίσει το θύμα. Εδώ ξεκινά η ψηφιακή κακοποίηση.
Έχουμε συνδέσει το cyber bulling με εφήβους και σχολικές αυλές. Όμως η πραγματικότητα είναι πιο σκληρή. Εδώ ο κακοποιητής χρησιμοποιεί το διαδίκτυο χωρίς τη συναίνεση της σύζυγό του, για να την γελοιοποιήσει και να την ταπεινώσει. Η βία παίρνει νέα διάσταση. Ο στόχος δεν είναι μόνο να προκαλέσει σωματικό πόνο στο θύμα του. Ο στόχος του είναι να την κάνει ντραπεί , να σιωπήσει, να φοβηθεί ότι «όλοι με βλέπουν και κανείς δεν μπορεί να με προστατεύσει» να αισθανθεί ότι δεν μπορεί να κρυφτεί πουθενά και τελικά να απομονωθεί .
Ο στόχος είναι η συντριβή της προσωπικότητας του ατόμου και η μαθημένη αβοηθησία, που θα το κάνει να πιστέψει ότι δεν μπορεί να αλλάξει τίποτα στη ζωή του ακόμη και όταν υπάρχει διέξοδος.
Η επίθεση δεν τελειώνει όταν σταματούν τα χτυπήματα, συνεχίζεται μέσα από τις οθόνες, τις κοινοποιήσεις, τα σχόλια και τη δημόσια έκθεση.
Το πιο τραγικό γεγονός είναι, ότι όλη η σκηνή εξελίσσονταν μπροστά στα μάτια του οχτάχρονου γιους τους, Τα παιδιά που γίνονται μάρτυρες ενδοοικογενειακής βίας δεν είναι απλοί θεατές. Γίνονται δευτερογενή θύματα. Ο εγκέφαλος τους καταγράφει το φόβο, την αδυναμία και την απειλή. Μαθαίνουν ότι ό ισχυρός επιβάλλεται και ο αδύναμος υποφέρει. Ότι η αγάπη συνυπάρχει με τη βία και τον πόνο.
Ένα παιδί που βλέπει τη μητέρα του να κακοποιείται χάνει σταδιακά την αίσθηση ασφάλειας που χρειάζεται για να αναπτυχθεί ψυχικά. Το σπίτι από ένα προστατευτικό και ασφαλές περιβάλλον μεταμορφώνεται σε χώρο φόβου και ανασφάλειας. Οι γονείς του που θα έπρεπε να το προστατεύουν γίνονται πηγή τρόμου.
Για πολλές δεκαετίες, οι συνέπειες μπορεί να εμφανιστούν με τη μορφή άγχους, διαταραχών ύπνου, δυσκολίες στις σχέσεις, χαμηλή αυτοεκτίμηση, επιθετικότητα και δυσκολία να εμπιστευτούν άλλους ανθρώπους και ή είναι δυνατόν να αναπαράγουν παρόμοια πρότυπα στις μελλοντικές σχέσεις τους.
Σε αυτό το σημείο η στάση της Αστυνομίας παίζει καθοριστικό ρόλο. Για το θύμα ενδοοικογενειακής βίας, η απόφαση να καταγγείλει τον κακοποιητή του, αποτελεί συχνά μία από τις δυσκολότερες αποφάσεις της ζωής του. Έχει φόβο, ενοχές, αμφιβολίες και ανησυχία για τις συνέπειες.
Η Αστυνομία δεν είναι απλώς ένας μηχανισμός καταγραφής καταγγελιών. Είναι συχνά η πρώτη γραμμή άμυνας ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο. Η ανταπόκριση των αστυνομικών αρχών μπορεί να ενισχύσει το αίσθημα ασφάλειας ή αντίθετα να οδηγήσει το θύμα πίσω στη σιωπή. Η άμεση παρέμβαση, η σοβαρή αξιολόγηση του κινδύνου, η προστασία του θύματος και το ξεκάθαρο μήνυμα μηδενικής ανοχής στη βία μπορεί να σώσει ζωές.
Η ενδοοικογενειακή βία δεν είναι ιδιωτική υπόθεση. Γίνεται κοινωνικό πρόβλημα, ιδίως όταν η βία μετατρέπεται σε δημόσιο θέαμα στα κοινωνικά δίκτυα. Αποτελεί ευθύνη του καθενός μας, της γειτονιάς όλης της κοινωνίας. Πόσες φορές έχουν ακουστεί φωνές πίσω από τους τοίχους; Πόσες φορές ο καθένας μας δεν σκέφτηκε «δεν είναι δική μου δουλειά»;
Η σιωπή της κοινωνίας, προστατεύει το θύτη και δεν αποτελεί ουδετερότητα. Μια καταγγελία του γείτονα, μια μαρτυρία ή μια απλή προσέγγιση στο θύμα μπορεί να αποτελέσει το πρώτο βήμα προς τη σωτηρία. Η βία δεν αφορά μόνο εκείνους που τη βιώνουν άμεσα. Είναι θέμα όλων μας. Κάθε περιστατικό ενδοοικογενειακής βίας που παραμένει αόρατο ενισχύει την πεποίθηση ότι ο θύτης μπορεί να συνεχίζει ανενόχλητος. Η κοινωνία δεν πρέπει να σιωπά, η βία δεν είναι αποδεκτή και κανένας άνθρωπος δεν αξίζει να ζει μέσα στο φόβο. Κάθε παιδί πρέπει να μεγαλώνει χωρίς να πιστεύει ότι η αγάπη συνοδεύεται από πόνο.

